Μεγάλα Λιβάδια του Πάικου

Μεγάλα Λιβάδια του Πάικου

Τα Λιβάδια του Πάικου έως το 1944,ήταν ένας από τους ακμαιότερους κτηνοτροφικούς οικισμούς της Μακεδονίας.

Κτισμένα πάνω στα υψηλότερα οροπέδια του Πάικου σε 1200 μέτρα υψόμετρο,η Κοινότητα Λιβαδίων, πριν τον τελευταίο μεγάλο παγκόσμιο πόλεμο, αποτελούνταν από δυο οικισμούς :τα Μεγάλα Λιβάδια (Μάρι Λιβάτζ) με οκτακόσια σπίτια και τέσσερις χιλιάδες κατοίκους, και τα Μικρά Λιβάδια (Πάσινα ή Χουάρα ατσά νιίκα) με ογδόντα σπίτια και περίπου τετρακόσιους κατοίκους.

Οι ρίζες των περισσότερων από τους οικιστές των δύο χωριών βρίσκονται στη Γράμμουστα του νομού Καστοριάς, ένα από τα παλαιότερα και σχεδόν μυθικά μητροπολιτικά βλαχοχώρια κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς της Πίνδου. Οι πρώτοι οικιστές βρέθηκαν στις πλαγιές του Πάικου γύρω στα 1760 αναζητώντας ασφάλεια και προοπτική μακριά από τους επικίνδυνους Τουρκαλβανούς.

Στα 1769 ακολούθησαν νέα κύματα προσφύγων προερχόμενα και πάλι από τη Γράμμοστα, αλλά και από τη Μοσχόπολη, την άλλοτε μεγάλη και ένδοξη μητρόπολη των Βλάχων, που εκείνη τη χρονιά γνώρισε την πρώτη καταστροφή της στα χέρια των Τουρκαλβανών γειτόνων της. Οι αφίξεις των προσφύγων με το βιος και τα κοπάδια που μπόρεσαν να περισώσουν συνεχίστηκαν και στα χρόνια της κηδεμονίας του Αλή Πασά των Ιωαννίνων (1788-1820), έχοντας για αιτία, αν όχι τα όμορφα μάτια κάποιας βλαχοπούλας, όπως θέλουν οι παραδόσεις, τουλάχιστον τα μυθικά πλούτη των τσελιγκάτων της Γράμμουστας και την αντίσταση των Γραμμουστιάνων στις διαθέσεις του Αλή. Την ίδια περίοδο, ανάμεσα στα 1812 με 1816, και για τους ίδιους λόγους έφτασε και προστέθηκε μία μεγάλη ομάδα οικογενειών από το Περιβόλι των Γρεβενών. Αργότερα και πιθανά μετά το 1856 εγκαταστάθηκαν εδώ και ορισμένες οικογένειες προερχόμενες από τη Σαμαρίνα.

Αρχικά οι περισσότεροι από αυτούς τους φυγάδες-πρόσφυγες βρίσκονταν σκορπισμένοι σε οικογενειακούς και λίγο ή πολύ ανεξάρτητους καλυβικούς οικισμούς στη γύρω περιφέρεια του Πάικου, της Τζένας, του Καϊμακτσαλάν και μέχρι την περιοχή του Τίκβες. Ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα είχαν μπει τα θεμέλια του οικισμού των Μικρών Λιβαδίων, στην περιοχή που ήταν γνωστή με το όνομα Πάσσιανα ή Πασσιάνα, και αργότερα, ανάμεσα στα 1830 με 1840, άρχισαν να κτίζονται τα πρώτα πέτρινα σπίτια του οικισμού των Μεγάλων Λιβαδίων, όπου συγκεντρώθηκε ο μεγαλύτερος αριθμών των οικογενειών των μέχρι τότε σκορπισμένων τσελιγκάτων. Η παλιότερη παραδοσιακή οικονομία των κατοίκων, που βασίζονταν στην ημινομαδική κτηνοτροφία, έδωσε στους δύο οικισμούς την εικόνα και το χαρακτήρα των ορεινών ημινομαδικών βλάχικων κοινοτήτων. Αν και τα δύο αυτά χωριά βρέθηκαν να αναπτύσσονται ανάμεσα στους εδραίους βλάχικους οικισμούς της περιοχής των Βλαχομογλενών δεν είναι βλαχομογλενίτικοι οικισμοί. Οι κάτοικοί τους διέφεραν από τους Μογλενίτες Βλάχους ως προς την προέλευση, τη διάλεκτο, τον τρόπο ζωής, τις ασχολίες, την οικονομία γενικότερα, την ενδυμασία, τα ήθη και τα έθιμα.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα και ύστερα από την εξαγορά των απαραίτητων γειτονικών εκτάσεων και των ορεινών βοσκών του Πάικου, οι δύο οικισμοί είχαν εξελιχθεί σε δυναμικά κεφαλοχώρια. Η οικονομία της ημινομαδικής κτηνοτροφίας με τα πολυάριθμα κοπάδια των κατοίκων υπόσχονταν ένα καλύτερο μέλλον. Τη θερινή περίοδο τα Μεγάλα Λιβάδια λειτουργούσαν ως ένα αυτοδύναμο οικονομικό κέντρο για τη γύρω περιοχή των Βλαχομογλενών, αν και οι κάτοικοι διατηρούσαν επαφές και δοσοληψίες με τις πόλεις της Γευγελής και των Γιαννιτσών, μα ιδιαίτερα με τη Θεσσαλονίκη. Το χειμώνα οι κάτοικοι σκόρπιζαν αναζητώντας χειμαδιά στους κάμπους και τους χαμηλούς λόφους της Κεντρικής Μακεδονίας, από την Έδεσσα και τη Γευγελή μέχρι τη Χαλκιδική. Ωστόσο, η εμφάνιση της ρουμανικής προπαγάνδας, σε συνεργασία με τους Βούλγαρους κομιτατζίδες και τις τουρκικές αρχές, με τις διασπαστικές τάσεις, την αντιπαλότητα, τη διχόνοια, τις ταραχές, τις λεηλασίες, τις καταστροφές και τις δολοφονίες που τη συνόδευαν ήρθε να ανακόψει τη εξέλιξη και τη πρόοδο των Μεγάλων Λιβαδίων. Η αντίσταση που προέβαλαν οι Μεγαλολιβαδιώτες απέναντι στους σκοπούς και τους στόχους της προπαγάνδας τους οδήγησε στο μάτι του κυκλώνα. Ο αριθμός των θυμάτων του Μακεδονικού Αγώνα στους δύο οικισμούς ήταν από τους μεγαλύτερους που προσέφεραν τα βλαχοχώρια της Μακεδονίας.

Η απογραφή του 1913, αμέσως μετά την απελευθέρωση, παρουσιάζει 3.823 κατοίκους στα Μεγάλα Λιβάδια και 355 κατοίκους στα Μικρά Λιβάδια, αν και κάποιες άλλες αναφορές, όπως και οι παραδόσεις, αναφέρουν πως, εκείνη την εποχή και κατά τη θερινή περίοδο, οι δύο οικισμοί συγκέντρωναν περισσότερους από 5.500 κατοίκους. Και μόνο η αναφορά σε αυτούς τους αριθμούς μπορεί να μας μεταφέρει την εικόνα μίας μικρής αλλά δυναμικής πολιτείας για τα δεδομένα της εποχής και της περιοχής, καθώς τα Λιβάδια παρουσιάζονται ως η ένατη μεγαλύτερη κοινότητα σε όλη τη σημερινή Κεντρική Μακεδονία. Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε πόσο αξιόλογος οικισμός ήταν το δίδυμο των Μεγάλων και των Μικρών Λιβαδίων στις αρχές του 20ου αιώνα.

Η κύρια οικονομική δραστηριότητα ήταν η κτηνοτροφία. Ο ημινομαδικός της χαρακτήρας στο απόγειο της ανάπτυξης της, ξεπερνούσε τις εκατόν πενήντα χιλιάδες αιγοπρόβατα κάνοντας τα Λιβάδια το σημαντικότερο ορεινό οικισμό της ευρύτερης περιοχής του Πάικου, και την Κοινότητα μια από τις μεγαλύτερες της Κεντρικής Μακεδονίας.

Λόγω της στρατηγικής της θέσης βρέθηκε στη δίνη όλων των ιστορικών γεγονότων που άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους στην περιοχή. Μετά την καταστροφή από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής και μία δεύτερη καταστροφή στον εμφύλιο, οι Λιβαδιώτες σκόρπισαν πλέον μόνιμα σε περισσότερους από σαράντα οικισμούς και πόλεις των Νομών Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Πέλλας και Ημαθίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 κάποια κοπάδια ανέβηκαν πάλι στα Λιβάδια και ένας επιπλέον μικρός αριθμός Λιβαδιωτών, τριάντα με σαράντα οικογένειες, στράφηκε προς τη γεωργία και ειδικότερα στην καλλιέργεια της πατάτας.

Το 1970 μέσα σε ένα καλοκαίρι διαμορφώνεται ο νέος οικισμός των Μεγάλων Λιβαδίων με ογδόντα περίπου σπίτια. Μία νέα γενιά Μεγαλολοβαδιωτών, μεγαλωμένο με τις διηγήσεις των παππούδων τους, φέρεται να έχει τη διάθεση να ξαναγεννήσει το χωριό, αλλά και να διατηρήσει και να προστατέψει τη παράδοση. Από τότε έως σήμερα περισσότερα από διακόσια σπίτια έχουν κτισθεί, σημαντικά δε έργα υποδομής που υλοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια δρομολογούν την αναγέννηση του ιστορικού χωριού.

Τα Μεγάλα Λιβάδια σήμερα

Ο απέραντος κάμπος με τα πολλά νερά και τις καταπληκτικές καλλιέργειες κηπευτικών που τροφοδοτούν καθημερινά την αγορά της Θεσσαλονίκης και εργοστάσια παρασκευής σαλατικών, δημιουργούν αρκετή κίνηση στο χωριό από τους εργάτες που απασχολούνται στον κάμπο και τους παραγωγούς – διακινητές των προϊόντων.

Μπρόκολα, φασολάκια, πατάτες, μαρούλια πράσινα και κόκκινα, σπανάκια και κολοκυθάκια πραγματικά λαχταριστά και μοναδικά λόγω του ότι παράγονται σε ορεινό μέρος και ποτίζονται με γάργαρα νερά, δεν έχουν “αντίπαλο” στην αγορά.

Μια πρώτη γνωριμία με το χωριό το απόγευμα θα σας εντυπωσιάσει. Νερά μα πάρα πολλά νερά, βρύσες μονές, διπλές, πέντε βρύσες, επτά βρύσες, όσες θέλεις, λιθόστρωτοι δρόμοι και στα πεζοδρόμια τα καλλωπιστικά δένδρα είναι καστανιές. Η βόλτα απέναντι από το χωριό δίνει τη δυνατότητα να το δεις ολόκληρο μαζί με τον ατέλειωτο κάμπο.

Μπορείτε να περπατήσετε το μονοπάτι στο Πραματάρι ή Κοτζάμ Ντερέ, μεγάλο ρέμα, όπου ο ήλιος δε μπορεί να περάσει από τις φυλλωσιές των δέντρων και τα νερά που κατεβαίνουν δημιουργούν εκείνο τον υπέροχο ήχο. Είναι 3,5 χιλιόμετρα σκεπασμένα από την φυλλοσιά της οξιάς. Το ποτάμι το περνάς 9 φορές από τα ξύλινα γεφυράκια που φέρουν τα ονόματα των 9 μουσών και είναι γεμάτο με νούφαρα.

Στη συνέχεια ακολουθείς τα σήματα με τη σαλαμάνδρα και τα κόκκινα σημάδια στα δέντρα και στα βράχια και φτάνεις σε έναν όμορφο χώρο αναψυχής. Από εκεί μπορείς σε λίγο να συνεχίσεις στο “βάλε όρβο” που σημαίνει τυφλό ρέμα ή Στραβοπόταμο μέχρι έναν άλλο χώρο αναψυχής. (Πολλή αναψυχή, υγεία κι ευεξία μέσα στη φύση). Εδώ σε φέρνει το αυτοκίνητο από τον καλά συντηρημένο δασικό δρόμο. θα σου μείνει αξέχαστη η διαδρομή κάτω από τις πελώριες οξιές υπό τον ήχο του νερού και του θροΐσματος των φύλλων.

Το όμορφο νεοσύστατο λαογραφικό μουσείο μας διδάσκει την ιστορία του χωριού

Δροσιά, ομορφιά, χαλάρωση, καλή παρέα και φανταστική φιλοξενία σε κάνουν να μη σκέφτεσαι πότε θα επιστρέψεις .Τα Μεγάλα Λιβάδια είναι ένας εξαιρετικός προορισμός για φυσιολάτρες εκδρομείς και αξίζει να τον επισκεφθείτε.

Για τον Σύλλογο θα γράψουμε σε ένα από τα επόμενα άρθρα μας

Share

Written by:

254 Posts

Λαογράφος - Ερευνητής
View All Posts
Follow Me :

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *